Πέθανε ο αντικομουνιστής Χάβελ!

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE

Μέσα σε μία παράγραφο και με τον στεγνό τίτλο «Πέθανε ο αντικομουνιστής Χάβελ» παρουσίασε ο Ριζοσπάστης το θάνατο του Τσέχου διανοούμενου, αντιφρονούντα κατά τα χρόνια του κομμουνισμού και πρώην προέδρου της Δημοκρατίας της Τσεχίας, Βάτσλαβ Χάβελ. Αρκετοί που διάβασαν την ιδιότυπη αυτή νεκρολογία, αναρωτήθηκαν: μα επιτέλους,  αυτοί οι άνθρωποι δεν ντρέπονται καθόλου; Δεν κατάλαβαν τι συνέβη το 1989;

Κι όμως,  δεν βρίσκω πιο ακριβή περιγραφή για  τον Χάβελ από τον τίτλο που διάλεξε ο Ριζοσπάστης. Έχω μάλιστα την πεποίθηση πως και ο ίδιος θα ήθελε να τον θυμόμαστε ως τέτοιον:  έναν πεισματάρη αντικομουνιστή που αφιέρωσε τη ζωή του αντιστεκόμενος στο σύστημα που μετέτρεψε τη  μισή Ευρώπη σε απέραντη φυλακή. Ο Χάβελ υπήρξε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της διεθνούς αντικομουνιστικής κοινότητας στους χαλεπούς καιρούς. Όπως έγραψε ο πολωνός Μίχνικ, παλιό στέλεχος της Αλληλεγγύης,  ο Χάβελ απεχθανόταν το κομμουνιστικό καθεστώς και το έδειχνε διαρκώς τόσο στα θεατρικά του έργα όσο και στα άρθρα του.

Ο  Τσέχος συγγραφέας εγγράφεται στο ρεύμα αυτών που υπερασπίστηκαν με πάθος τη δημοκρατία, την ελευθερία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και εντέλει την ανοικτή κοινωνία. Υπήρξε, εξάλλου, ένας από τους λίγους Ευρωπαίους διανοούμενους που δεν υπέπεσαν ποτέ στον πειρασμό του ολοκληρωτισμού. Με το προσωπικό του παράδειγμα, υπό συνθήκες που απαιτούσαν μεγάλη γενναιότητα, έδειξε πως ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν ανίκητος. Αυτό το ρεύμα διανοουμένων ανέδειξε το πόσο αποκρουστικός ήταν ο κομμουνισμός υπογραμμίζοντας, επίσης, πόσο αφελής –αν όχι επικίνδυνη- ήταν η ιδέα πως μπορούσε να υπάρχει κομμουνισμός με ανθρώπινο πρόσωπο.

 Σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα δύο σημαντικά πνευματικά και πολιτικά κινήματα σημάδεψαν τη δράση των Ευρωπαίων διανοουμένων: ο αντιφασισμός και ο αντικομουνισμός. Πολλοί στρατεύθηκαν είτε στο ένα, είτε στο άλλο κίνημα. Αρκετοί, όπως ο Χάβελ, και στα δύο.

Ο φασισμός ηττήθηκε το 1945 και κατέρρευσε ως πολιτική ιδεολογία. Ο κομμουνισμός όμως, χάρη στη νίκη της ΕΣΣΔ εξαπλώθηκε. Αυτό σήμανε την υποδούλωση εκατομμυρίων ανθρώπων στη σοβιετική εξουσία ενώ εκατομμύρια άλλοι στη Δύση μαγεύτηκαν από την επαγγελία του κομμουνιστικού «παραδείσου». Οι μηχανισμοί προπαγάνδας και καταστολής της ΕΣΣΔ σε Δύση  και Ανατολή πέτυχαν για πολλά χρόνια να αποκρύψουν την αληθινή τραγωδία των ανθρώπων στα κομμουνιστικά καθεστώτα.

Χάρη σε ανθρώπους σαν τον Χάβελ,  ο απάνθρωπος χαρακτήρας του κομμουνισμού έγινε αντιληπτός από τη συντριπτική πλειονότητα των δυτικοευρωπαίων πολιτών. Ως αποτέλεσμα, τα κομμουνιστικά κόμματα περιθωριοποιούνταν διαρκώς, χάνοντας σε αίγλη και μαζικότητα. Μόνο σε λίγες χώρες, οι καταγγελίες διανοουμένων όπως ο Σολζενίτσιν και ο Ζαχάρωφ περνούσαν απαρατήρητες. Δυστυχώς, μια χονδροκομμένη φιλοσοβιετική κουλτούρα εμπόδισε πολλούς στη χώρα μας να αντιληφθούν αυτό που αλλού θεωρούνταν αυτονόητο.

Στα ανοιχτά αρχεία της Ανατολικής Ευρώπης, μετά το 1989, εντοπίστηκαν οι αποδείξεις για τα εγκλήματα του κομμουνισμού. Από τη δολοφονία του Κατίν μέχρι τη ψυχοπαθολογία της  ανατολικογερμανικής Στάζι, και από τα σταλινικά γκουλάγκ και τον ουκρανικό λιμό μέχρι το αλβανικό κολαστήριο του Ενβέρ Χότζα, όλα ήρθαν στο φως. Τώρα, πλέον, γνωρίζουμε δεν υπάρχει δικαιολογία. Ο Χάβελ συνέχισε, δικαιωμένος, να αγωνίζεται εναντίον του κομμουνισμού. Συνέβαλε στην καθιέρωση της Ευρωπαϊκής ημέρας μνήμης για τα θύματα του Ναζισμού και του Σταλινισμού. Ο στόχος προφανής: να μην ξεχάσουν οι Ευρωπαίοι τα εγκλήματα του ολοκληρωτισμού για να μην χρειαστεί ποτέ να τα ξαναδούν μπροστά τους.

Η δράση των φιλελεύθερων αντικομουνιστών διανοουμένων, όπως ο Χάβελ, ελάχιστα επηρέασε τη χώρα μας. Κανένα κόμμα του ελληνικού κοινοβουλίου δεν υπερψήφισε το ευρωπαϊκό μνημόνιο για την πολιτική και ηθική καταδίκη των εγκλημάτων που διέπραξαν τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα. Όλοι σύσσωμοι, δεξιοί και αριστεροί, σε μια επίδειξη πολιτικού κυνισμού, για να μην τα «χαλάσουν»  με το ΚΚΕ και τους φίλους του,  αρνήθηκαν να πράξουν το αυτονόητο: να δείξουν το πρέποντα σεβασμό στα εκατομμύρια θύματα μιας απάνθρωπης εξουσίας. Ακόμη και σημαντικό τμήμα της ελληνικής διανόησης σιώπησε κρυμμένο πίσω από τη βολική για τη συνείδησή του δικαιολογία «πως δεν πρέπει να συγκρίνουμε το ναζισμό με τον κομμουνισμό».

Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Στην Ελλάδα, στις κρίσιμες στιγμές της πολιτικής μετάβασης που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της χώρας ο πολιτικός φιλελευθερισμός βγήκε και τις δύο φορές ηττημένος. Τόσο το 1944,  όταν ο εμφύλιος είχε ως αποτέλεσμα την ηγεμονία να αποκτήσει μια αυταρχική και φοβική «εθνικοφροσύνη», όσο και αργότερα, στη μεταπολίτευση, όταν ηγεμόνευσε  ο κρατικοδίαιτος εξισωτισμός αυταρχικής ιδιοσυστασίας και αυτός. Η φιλελεύθερη δημοκρατία εκτιμήθηκε στη χώρα μας, μόνο ως πηγή που αναβλύζει δολάρια και ευρώ, γιατί για πολλούς, το ζήτημα δεν ήταν πως θα βελτιώσουμε τον κοινοβουλευτισμό μας αλλά από ποια πόρτα θα βγούμε απ’ αυτόν.

Έστω κι έτσι, λοιπόν, ο Ριζοσπάστης, μας κάνει να θυμόμαστε ανθρώπους σαν τον Χάβελ, που είχαν την ατυχία να παρακολουθήσουν μερικά από τα πιο τερατώδη εγκλήματα της Ιστορίας, τόσο τρομερά που ο κόσμος συχνά δεν μπορεί να πιστέψει πως αυτά πράγματι συνέβησαν.

Η επιστροφή της συνετής κοινωνίας

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE

 

 Πριν από την έλευση της κρίσης, πολλοί είχαν επισημάνει την απομάκρυνση των πολιτών από την πολιτική. Η αποστασιοποίηση αυτή είχε όλα τα αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά μιας βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τα κόμματα, το πολιτικό προσωπικό και εντέλει το ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Η υψηλή αποχή αρχικά στις ευρωεκλογές του 2009 και στη συνέχεια στις δημοτικές εκλογές του 2010, σχολιάστηκαν έντονα. Οι έρευνες γνώμης επιβεβαίωναν λίγο πολύ αυτό που ακούγαμε δεξιά και αριστερά μιλώντας με φίλους και γνωστούς. Οι πολίτες αισθανόμενοι πως οι πολιτικοί δεν ανταποκρίνονται στο ύψος της ευθύνης τους, πως η διαφθορά έχει κατακυριεύσει τα πάντα, πως το κράτος ήταν ανίκανο να προσφέρει τις υπηρεσίες που το ίδιο υποσχόταν, είχαν αφεθεί στα αισθήματα αηδίας που ένιωθαν. Η αδράνεια και η έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος είχε κατακλύσει, ιδιαίτερα, τα μεσαία στρώματα που έδειχναν απορροφημένα στις δικές τους επαγγελματικές και οικογενειακές δραστηριότητες.

Κι όμως υπήρχαν σημάδια πως η πολιτική παρέμενε κάτι το γοητευτικό για πολλούς, κάτι που τους έκανε να σηκωθούν από τους καναπέδες τους. Ιδιαίτερα, είχε σχολιαστεί η αυξημένη συμμετοχή των πολιτών στις εσωκομματικές εκλογές των δύο κομμάτων: του ΠΑΣΟΚ το 2007 και της ΝΔ, το 2009. Ανεξαρτήτως της αξίας του αποτελέσματος σε κάθε κόμμα η διαδικασία έμοιαζε να έχει συνεπάρει μεγάλο αριθμό πολιτών που έβλεπαν πως τους δίνονταν η δυνατότητα να διαμορφώσουν ένα κρίσιμο αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια σιωπή. Σιωπή, μέχρι να εμφανιστούν οι αγανακτισμένοι. Οι τελευταίοι αιφνιδίασαν τη χώρα, τα κόμματα και τους πολιτικούς. Απόκτησαν κυρίως ισχύ από το μέγεθός τους, και επικοινώνησαν άμεσα  με μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας χάρη στην «λαϊκίστικη» αναμφίβολα, αμεσότητα της αντίδρασής τους. Οι μούντζες, δεν ήταν μέχρι τότε σε κανένα ρεπερτόριο κομματικής δράσης. Το όλο πανηγυριώτικο κλίμα, άρεσε στα Μέσα Ενημέρωσης, καθώς είχε αυτόν το εξπρεσιονισμό που μετατρέπει το γεγονός σε θέαμα. Ως αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι άνθρωποι, αγανακτισμένοι και μη, να περνούν από το σημείο συγκέντρωσης, γεγονός που βοηθούσε στη συντήρηση του κλίματος εξέγερσης.

Οι αγανακτισμένοι, ήταν η πρώτη ευκαιρία πολιτικοποίησης ενός τμήματος των πολιτών που μέχρι τότε πιθανόν να μην  είχαν ιδέα ούτε για τα στοιχειώδη της πολιτικής. Οι αγανακτισμένοι αποτέλεσαν το θερμόμετρο που έδειξε τον πυρετό ενός άρρωστου πολιτικού συστήματος και μιας αποσυνθεμένης σχέσης ανάμεσα στους πολίτες και την πολιτική.

Το πρόβλημα όμως με τα θερμόμετρα είναι πάντα το ίδιο.  Μετρούν μόνο τη θερμοκρασία του ασθενή, δεν είναι  η λύση για τη θεραπεία της ασθένειας. Μερικοί βέβαια παρέβλεψαν αυτό. Πίστεψαν πως με το να μαζεύεται ο κόσμος νυχθημερόν στους δρόμους, θα άλλαζαν τα πράγματα προς το καλύτερο.

Όμως, καθόλου συμπτωματικό,  τίποτε τέτοιο δεν συνέβη. Για την ακρίβεια συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Το ασθενές πολιτικό σύστημα, τυφλωμένο από την αρρώστια του, θεώρησε πως ο υπέρτατος λαϊκισμός, η έλλειψη μέτρου και σύνεσης θα μπορούσε να το αναστήσει στα μάτια των πολιτών. Η έλλειψη σύνεσης και μέτρου χαρακτήρισε, δυστυχώς, κάθε τμήμα του κατεστημένου κομματικού συστήματος. Η αριστερή αντιπολίτευση πριμοδότησε κάθε εξαλλοσύνη. Η δεξιά κάθε εξωφρενικό αίτημα και στο τέλος, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να τα διαχειριστεί όλα αυτά, εκτοξεύοντας την ανευθυνότητα στα ύψη.  

Μέχρι εκείνο το σημείο, οι συνετοί πολίτες, οι άνθρωποι δηλαδή που από τη μια συνθλίβονται από την οικονομική κατάσταση και θλίβονται από την πολιτική παρακμή και από την άλλη κατανοούν πως η λύση δεν μπορούσε να  προέλθει από κραυγές και μούντζες, παρακολουθούσαν την κατάσταση σιωπηλά και αμήχανα. Πολλές φορές έπιαναν τους εαυτούς τους να ταυτίζονται συναισθηματικά με τους αγανακτισμένους, όμως κατανοούσαν πως αυτό δεν οδηγούσε πουθενά.

Η δυναμική που εξέπεμψε η λύση Παπαδήμου, ανέδειξε και τη δυναμική αυτής της συνετής κοινωνίας. Η δική της διαμαρτυρία για τις ασχήμιες που προωθούσε από κοινού το πολιτικό σύστημα, λειτούργησε ως πρωτοφανής μοχλός πίεσης. Ποτέ πριν, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, τόσο σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δεν συντονίστηκε με τόση ακρίβεια για να αμφισβητήσει τόσο βαθιά μια απόφαση των πολιτικών ελίτ.

Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, από αυτό που πληρώνει σε πολλά επίπεδα το κόστος της κρίσης, αποφάσισε να κινητοποιηθεί με τους δικούς του τρόπους ειρηνικά αλλά αποφασιστικά, χωρίς συγκεντρώσεις μεν, αλλά με μεγάλους αριθμούς δε, προκειμένου να υπερασπιστεί την κοινή λογική και το δημόσιο συμφέρον. Αν ποτέ άλλοτε τα κόμματα εξουσίας δεν έδειξαν τόσο ξεκομμένα από την κοινωνική τους βάση αυτό δεν οφείλεται μόνο στο χαρακτήρα των επιλογών που προς στιγμήν υιοθέτησαν, αλλά και στην ίδια την εξέγερση της συνετής κοινωνίας.

Αν αυτό σημαίνει, την επιστροφή στην πολιτική αυτού του τμήματος της κοινωνίας ή ήταν απλώς, ένα ξέσπασμα οργής χωρίς μελλοντική συνέχεια, ο χρόνος θα το δείξει.  Πάντως υπάρχουν λόγοι να είμαστε αισιόδοξοι.

Ας όριζε τουλάχιστον τον κηπουρό του, θα φρόντιζε τον Εθνικό κήπο!

Normal 0 false false false EL X-NONE X-NONE

Με τις χθεσινές κινήσεις του ο Γ. Παπανδρέου έπεισε, νομίζω, και τους τελευταίους ρομαντικούς σε αυτήν τη χώρα, πως η κίνηση του δημοψηφίσματος, που έπαιξε κορώνα-γράμματα το μέλλον της χώρας, είχε ένα και  μόνο στόχο: τη διαιώνιση της προσωπικής του εξουσίας και της πολιτικής φατρίας που τον στηρίζει (όχι κόμματος,  ούτε καν πολιτικού ρεύματος).

Η πολιτική φατρία αυτή δεν έχει κανέναν άλλο άξονα αναφοράς εκτός από μια πολιτική οικογένεια: ούτε σαφή πολιτική ιδεολογία, ούτε κάποια πολιτική παράδοση πέρα από ένα όνομα: Παπανδρέου. Συγκροτήθηκε με τον  καιρό, με στενό πυρήνα τα μέλη της οικογένειας και τους έμπιστους ανθρώπους της. Κατά τη διάρκεια των χρόνων, προστέθηκαν άνθρωποι σε αυτήν τη φατρία, αλλά το ενοποιητικό της στοιχείο παραμένει η σχέση της με την πολιτική οικογένεια. Όπως σε όλες τις δυναστείες ανά τον κόσμο, τα πλέον ισχυρά πρόσωπα, είναι αυτά που είναι κοντινότερα στο θρόνο και την οικογένεια που τον εκπροσωπεί.

Έγραψαν αρκετοί αυτές τις μέρες για τον εξευτελισμό των θεσμών από αυτούς που υποτίθεται πως βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης να τους υπηρετούν. Μια σειρά από κινήσεις σε επίπεδο κορυφής, όχι απλώς επιβεβαίωσαν τις αναλύσεις αυτές, αλλά πρέπει να ομολογήσουμε πως πολλές από τις περιγραφές υπήρξαν, άθελά τους, κατώτερες, από τα τερατώδη  που συνέβησαν στην πραγματικότητα.

Οι ραδιουργίες στο παλάτι των Παπανδρέου, ξεπέρασαν αυτή τη φορά κάθε προηγούμενο. Η μία κίνηση τακτικής, διαδέχτηκε την άλλη. Οι φήμες, οργίαζαν. Η γελιοποίηση του θεσμού της ψήφου εμπιστοσύνης και ο εκβιασμός των βουλευτών που ψήφιζαν αλυσοδεμένοι, υπέρ ενός πρωθυπουργού που δήλωνε πως θα παραιτηθεί υπήρξαν η δεύτερη πράξη του δράματος, μετά την πρώτη, που ήταν το ταξίδι μετ’ επιστροφής στις Κάννες.

Μέχρι εκεί, κάποιος που θα ήθελε να κάνει επίδειξη αφέλειας ή καλοπιστίας, θα μπορούσε να σκεφτεί πως αυτό του οποίου η χώρα υπήρξε μάρτυρας,  ήταν απλώς άγαρμπες, άστοχες κινήσεις ενός καλοπροαίρετου, μεν, πρωθυπουργού που τελούσε σε σύγχυση, δε. Η προσπάθεια όμως επιβολής, μετά από δήθεν τέσσερις μέρες διαβουλεύσεων, της «λύσης» Πετσάλνικου, νομίζω πως έπεισαν και τον τελευταίο πολίτη σε αυτόν τον τόπο, πως η βασική στρατηγική της φατρίας που βρίσκεται στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και στο τιμόνι της χώρας όλο αυτό το διάστημα είναι η παραμονή της στην εξουσία, με κάθε τρόπο, με κάθε θυσία.

Η φατρία κινείται έχοντας δύο βασικές κατευθυντήριες γραμμές: α) συνεργάζεται με οποιονδήποτε, αρκεί να εξυπηρετεί τα σχέδια της. Για την φατρία αυτή δεν υπάρχουν αδιαπέραστες ιδεολογικές ή πολιτικές γραμμές. Υπάρχουν μόνο οι δικοί της στόχοι παραμονής στην εξουσία. Για αυτό και με εντυπωσιακή ευκολία μεταπηδά  από τη μια πολιτική θέση στην άλλη. Σήμερα μπορεί να υποστηρίζει το άσπρο, αύριο το μαύρο και μεθαύριο, το κόκκινο. Τίποτε δεν αποτελεί πρόβλημα. Σκεφτείτε λίγο τι κατά καιρούς έχει υποστηρίξει ο Παπανδρέου τα τελευταία 7 χρόνια. Μην πανικοβληθείτε με το αποτέλεσμα, γιατί στην πραγματικότητα τίποτε από αυτά δεν είχε και πολύ σημασία για την εξουσία.

β) στηρίζεται στην τακτική της σαλαμοποίησης των αντιπάλων της, στην ικανότητα της δηλαδή, λόγω της πρόσβασής της σε πόρους και της αξιοποίησης των αδυναμιών των αντιπάλων της, να μην τους επιτρέπει να συνασπιστούν εναντίον της.   Παρατηρώντας, για παράδειγμα, με ποιους συνεργάστηκε ο Γ. Παπανδρέου, όλα αυτά τα χρόνια δεν μπορεί παρά να μείνει έκπληκτος από την ιδεολογικο-πολιτική βιοποικιλότητα: από τον Σημίτη και τον σημιτικό πυρήνα, τον Α. Ανδριανόπουλο και τον Στέφανο Μάνο, μέχρι τις πιο ακραίες εκφράσεις του βαθέως ΠΑΣΟΚ.

Η αντίδραση της κοινωνίας στην τελευταία επιλογή της φατρίας Παπανδρέου, την επιλογή Πετσάλνικου, υπήρξε αναμφίβολα ενθαρρυντική. Αρκετά πλέον, με τις κυνικές πολιτικές επιλογές μιας πολιτικής ελίτ που στο μόνο που έδειξε ικανή σε όλα αυτά τα χρόνια είναι οι ίντριγκες, οι εκβιασμοί και τα τεχνάσματα. Αρκετά πλέον, με μια παθητική κοινοβουλευτική ομάδα, ένα παθητικό υπουργικό συμβούλιο.

Σήμερα το κομματικό σύστημα , που γνωρίσαμε κατά τη μεταπολίτευση δείχνει να καταρρέει αν δεν έχει ήδη καταρρεύσει.  Πέρα από την ανησυχία όλων των πολιτών για το μέλλον της χώρας, εκφράζεται μια διαρκής αγωνία και αναζήτηση για το ποιες νέες πολιτικές δυνάμεις θα κληθούν να διαχειριστούν το μέλλον αυτής της χώρας. Κανείς δεν ξέρει σήμερα τι ακριβώς θα προκύψει από αυτήν την κινητικότητα που όλοι παρατηρούμε να διαμορφώνεται μέσα στο σώμα των ενεργών πολιτών της ελληνικής κοινωνίας. Ας ελπίσουμε ότι μέσα από τα οικονομικά συντρίμμια αυτής της χώρας, μπορεί να ξεπηδήσει κάτι ενθαρρυντικό για το μέλλον.

Πόσο πιο χαμηλά μπορούμε ακόμη να πέσουμε;

Ζούμε πραγματικά ιστορικές στιγμές. Όχι μόνο δεν μπορούμε να εμποδίσουμε το μέγεθος της καταστροφής, αλλά δεν μπορούμε ούτε να την αντιληφθούμε καλά-καλά. Είναι τέτοια η πυκνότητα των συμβάντων των δύο τελευταίων χρόνων, τέτοιος ο ορυμαγδός που έπεσε πάνω στη χώρα που δυσκολεύομαι στην προσπάθεια μου να  βάλω σε μια τάξη τα γεγονότα.

 

Από πού να ξεκινήσουμε; Από την κυβέρνηση και τις λαμπερές εξαγγελίες, του τύπου λεφτά υπάρχουν, την πράσινη ανάπτυξη,  τη Δανία του νότου, Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα; Όλα αυτά κατέληξαν βέβαια κομμάτια και δάκρυα μπροστά στην πόρτα του ΔΝΤ, καθώς εκλιπαρούσε για ένα δάνειο σωτηρίας. Και τότε όμως παρέμεινε αδιόρθωτη. Συνεχίζοντας, με την ίδια ελαφρότητα και ανεμελιά, της προηγούμενης περιόδου, στάθηκε ανίκανη να εφαρμόσει την πολιτική που η ίδια είχε αποδεχτεί  ως αναγκαία. Απέτυχε σε κάθε σχέδιο της, σε κάθε πρόβλεψή της.

 

Που να συνεχίσουμε ύστερα; Στην αξιωματική αντιπολίτευση και τις υποσχέσεις της πως αν ήταν αυτή στα πράγματα θα εξαφάνιζε το έλλειμμα σε χρόνο ρεκόρ και θα έτριζε τα δόντια στη Μέρκελ και το Σαρκοζί; Όλα τα παραπάνω βέβαια έγιναν καπνός μόλις τα πράγματα ζόρισαν λίγο και ο φόβος μιας άμεσης κατάρρευσης έκαναν την ηγεσία της να αλλάξει 180 μοίρες πορεία αποδεχόμενη πλήρως τη δανειακή σύμβαση. Να μου το θυμηθείτε: αυτή η ιστορία θα αποτελεί το «λεφτά υπάρχουν» του Αντώνη Σαμαρά  όταν και  εάν ανέλθει στην κυβέρνηση ως πρωθυπουργός.

 

Υπάρχει και η Αριστερά, το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν έχασαν ευκαιρία να κάνουν τις πιο εξωφρενικές προτάσεις, όπως για παράδειγμα ήταν το αίτημα για 100 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας στο δημόσιο. Επιπλέον η γενικότερη στάση τους υποδαύλιζε κάθε συντεχνιακό αίτημα και κάθε παράλογη ιδέα. Αναρωτιέμαι πως γίνεται, πόσο θράσος χρειάζεται, αυτοί που υποστήριξαν με θέρμη, τα πιο παράλογα και απάνθρωπα καθεστώτα στην Ευρώπη τα τελευταία 50 χρόνια, αυτοί που υποστήριξαν την αθλιότητα του Ενβέρ Χότζα, του Τσαουσέσκου, του Ζίβκοφ και των άλλων άθλιων του ολοκληρωτισμού, να κουνούν το δάκτυλο στους υπόλοιπους κομπάζοντας συμπεριφερόμενοι ως μοναδικοί φορείς της αλήθειας.

 

Ακόμη και η ελληνική κοινωνία όμως, έδειξε έντονα σημάδια ανωριμότητας με τις καταλήψεις των δημοσίων κτιρίων και υπηρεσιών, το κίνημα «δεν πληρώνω» ή τα πρόσφατα γεγονότα στις παρελάσεις. Γενικώς, οι Έλληνες, πολιτικοί και κοινωνία, έδειξαν για άλλη μια φορά μαλωμένοι με τη λογική, έρμαια των παθών τους και της δικαιολογημένης, ως ένα βαθμό, αγανάκτησής τους.

 

Η τελευταία εβδομάδα όμως ξεπέρασε κάθε φαντασία ως προς το μέγεθος της τραγωδίας. Η τυχοδιωκτική επιλογή του Γ. Παπανδρέου για διενέργεια δημοψηφίσματος  είχε ως αποτέλεσμα τον πλήρη εξευτελισμό της χώρας και την πολιτική χρεοκοπία του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του. Τα μέλη της τελευταίας στάθηκαν ανίκανα ή αδύναμα να τον μεταπείσουν στην τρελή του ιδέα. Από εδώ και εμπρός, οι Κάνες θα μείνουν στη μνήμη των πολιτών της χώρας μας, όχι ως η πρωτεύουσα του ευρωπαϊκού σινεμά αλλά ως ο χώρος που διασύρθηκε η αξιοπρέπεια μιας κυρίαρχης χώρας, μιας δημοκρατίας.

 

Κι όμως, ενώ θα περίμενε κανείς, μετά την ανάκληση της τρελής ιδέας του δημοψηφίσματος το επόμενο κιόλας πρωί, την παραίτηση του πρωθυπουργού και την άμεση δρομολόγηση από τον πρόεδρο της δημοκρατίας μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, άρχισαν οι μηχανορραφίες.

 

Πρέπει να ομολογήσω πως έμεινα έκπληκτος από την ικανότητα της πολιτικής μας ηγεσίας σε αυτή τη δουλειά. Όσο ανίκανη είναι να μαζέψει φόρους, να μειώσει τις δαπάνες του κράτους, να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις, να ξαναβάλει τη χώρα στο δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου, τόσο ικανή αποδείχτηκε στην ίντριγκα. Υποκλίνομαι πράγματι στο μεγαλείο της πολιτικής μας τάξης. Συμπεριφέρεται όπως τα έξυπνα και ζωηρά παιδιά στο «λούνα παρκ» που τρελαίνονται με τα διάφορα παιχνίδια και αποδεικνύονται ατσίδες στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια.

 

Όμως δεν αρκεί να οδηγείς συγκρουόμενα για να μπορείς να οδηγήσεις πραγματικό αυτοκίνητο∙ έτσι και με την πολιτική. Το δύσκολο δεν είναι να είσαι ατσίδας στην ίντριγκα και στα άλλα φτηνά συνδικαλιστικά κόλπα που συνήθως χαρακτηρίζονται από αμοραλισμό αλλά να μπορείς να εφαρμόσεις  με σοβαρότητα και μεθοδικότητα ένα συνεκτικό και αξιόπιστο πολιτικό πρόγραμμα. Να μπορείς να διαχειριστείς με νηφαλιότητα και ικανότητα τα αντιτιθέμενα συμφέροντα και εντέλει να βάζεις τη χώρα μπροστά. Αν δεν είσαι ικανός να τα κάνεις όλα αυτά, δεν έχει καμιά σημασία αν είσαι ο πρωταθλητής της μπλόφας. Δυστυχώς, για τους μαθητευόμενους μάγους της πολιτικής μας ζωής, η πραγματική πολιτική δεν είναι χαρτοπαίγνιο, ούτε παιχνίδι πόκα.

 

Η ψήφος εμπιστοσύνης σε πρωθυπουργό που υποσχέθηκε πως μετά τη ψηφοφορία θα παραιτηθεί για να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς αυτόν είναι εξευτελισμός των θεσμών για άλλη μια φορά. Που ακούστηκε, να ψηφίζεται μια κυβέρνηση ώστε να μπορεί να παραιτηθεί εν ειρήνη την επόμενη μέρα; Που ακούστηκε υπουργοί της κυβέρνησης να δηλώνουν πως η παραμονή τους στην κυβέρνηση σχετίζεται ουσιαστικά με την παραίτηση του πρωθυπουργού της κυβέρνησής τους;

 

Τελικά, η οικονομική χρεοκοπία της χώρας μας απέδειξε κάτι που το ξέραμε όλοι από καιρό. Η πολιτική χρεοκοπία είχε έρθει πολύ νωρίτερα αλλά όλοι κάναμε πως δεν την βλέπαμε.